παρεξήγηση

387 43 17
                                        

Έχοντας κουραστεί από χαρά και λύπη,σε τούτη την παράσταση.
Κοιμήθηκαν αγκαλιασμενοι , έχοντας στο πλάι τα παιδιά τους.
Ενώ νωρίς το πρωινό,άνοιξαν απαλά τα μάτια τους νιώθοντας μια ευωδιαστή χαρά να τους τυλίγει,ήταν εκείνο το διαφορετικό που είχαν πράξει,ενώ ζούσαν σε έναν είδη μαγικό κόσμο, έπλασαν έναν ακόμη, όπου τα πάντα έμοιαζαν τόσο αδύνατα μα συνάμα όμορφα.
Φιλώντας παιχνιδιάρικα το αυτί της , ψιθύρισε λόγια που ένας ερωτευμένος μονάχα θα μπορούσε να ψιθυρίσει.
Μόλις είδε το χαμόγελο  να ανθίζει στα χείλη της, φόρεσε τα μαύρα του γυαλιά ανοίγοντας έναν λευκό τόμο,και παίρνοντας το παλτό με την μαύρη του τσάντα,την κοίταξε μια τελευταία φορά πρωτού γυρίσει στο ιατρείο του...
<< Τζέιμς μου;
<< Μμμ.
<< Σε αγαπώ
Σηκώνοντας το βλέμμα του πάνω της ,τα μάτια του αστραφταν.
<< Σε αγαπάω γυναίκα.

Χαρούμενη και συνάμα σκεπτική καθάριζε το σπιτικό της, ετοιμάζοντας ένα φαγητό γεμάτο ζεστασιά

Oups ! Cette image n'est pas conforme à nos directives de contenu. Afin de continuer la publication, veuillez la retirer ou mettre en ligne une autre image.


Χαρούμενη και συνάμα σκεπτική καθάριζε το σπιτικό της, ετοιμάζοντας ένα φαγητό γεμάτο ζεστασιά.
Ενώ καθώς κάποιες στιγμές καθώς καθόταν για λίγη ξεκούραση έπαιζε και χόρευε με την όμορφη συντροφιά των παιδιών της.
Πλέον είχε κτίσει ένα πανέμορφο δέσιμο με τον Άνταμ,δεν υπήρχε κανένα κενό μεταξύ τους, εκείνη τον γέννησε, εκείνη τον μεγάλωνε, τούτο τον δεσμό δεν τον έπραττε το αίμα,αλλά οι καρδιές που ήξεραν πως να αγαπήσουν και να κλείσουν ανοιγμένες πληγές.
Το ελαφρό χτύπημα της πόρτας διέκοψε κάθε της σκέψη, σηκώνοντας την με αφορμή να ανοίξει.
Μπροστά της βρήκε κάτι στο οποίο δεν περίμενε ποτέ της ξανά να αντικρίσει.
Παλιοί φίλοι από την πατρίδα γυναίκες και άντρες, στέκονταν μπροστά της ξαφνιάζοντας την.
Τούτη δεν ήταν εχθροί της,μα ο φόβος της πως ο καθένας θα μπορούσε να την βρει, πλέον την τρομοκρατούσε.
<< Αρχηγέ;
Τα μάτια της έχοντας ανοίξει διάπλατα προσπαθουσαν να μην κλάψουν.
<< Πως με βρήκατε;είναι αδύνατον.
<< Αρχηγέ,σε ψάχναμε καιρό και είχαμε μια μικρή βοήθεια από εκείνον που σου έφερε το μενταγιόν.
Τρομαγμένη τους έκανε νόημα να περάσουν μέσα πρωτού κάποιος αντιληφθεί την έντονη παρουσία τους.
Όλοι οι Βίκινγκς κοίταζαν συνεπαρμένοι την ομορφιά του σπιτικού μπρος τους.
<< Μόνη αποφάσισες να ζήσεις σε τούτο το μέρος?
<< Όχι μόνη.
<< Μήπως;
<< Ναι,σε λίγο θα γυρίσει,και ίσως δεν χαρεί με.
<< Θα χαρεί σίγουρα θα χαρεί αρχηγέ.

Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΒΆΡΒΑΡΟΥOù les histoires vivent. Découvrez maintenant