.. μια ζωή παραπέρα,το πλάνο πέφτει πάνω στο μοναχικό σου κορμί,κλαίς φοβισμένη σε ένα άδειο κρεβάτι,το χέρι σου τραβάει την εικόνα μου μα φαντάζει δύσκολο να την αγγίξει,
Φώναξες στον φόβο απειλώντας τον με την παρουσία μου, ώσπου βρέθηκες με ένα ψέμα γυμνή στον εφιάλτη,
** Σαγαπαω μα πέρασα απέναντι...
Η νύχτα πέφτει και τα κεριά ανάβουν,ο φόβος σε πλησιάζει μα μοιάζεις αδύναμη στο να ανταπεξέλθεις,κοιτάζεις το κενό,και ένα δάκρυ πέφτει,το είδα να πέφτει.... φώναξες στον φόβο απειλώντας τον με την παρουσία μου,γυμνή πλέον παλεύεις στο σκοτάδι,
** Σαγαπαω μα πέρασα απέναντι..
Τα μάτια σου έκλειναν γεμάτα απελπισία,καθώς τα χείλια σου έτρεμαν στον Ρυθμό της κρύας νύχτας..
Νεκρός στάθηκα απέναντι σου τραβώντας ένα μικρό μέρος της ομορφιάς σου μέσα μου,
** Φώναξες στον φόβο απειλώντας τον με την παρουσία μου... Ώσπου γυμνή παλευες στο σκοτάδι...
** Φώναξα στον φόβο σου απειλώντας τον με την παρουσία μου... ώσπου μου ζήτησε να πουλήσω ψυχή και σώματι σώζοντας σε..
<< Φοβάμαι όταν πρέπει να περνάω απέναντι...
Η νύχτα μια ακόμη φορά υποφέρει.γεμιζοντας τα αθώα από αγάπη κορμιά μας αμφιβολία, καταβαθος δεν μπορείς να πιστέψεις πως μπορώ να μείνω, φώναξες στον φόβο απειλώντας τον με την δύναμη σου, χάνομαι...
Σου ζήτησα το χέρι με αφορμή να στο ζεστάνω καθώς απόψε σε περνάω μέσα από το σκοτάδι, παλεύοντας με τα θεριά που σε κυνηγούν...
Απόψε ζήτησα να σε πάρω σπίτι...
Ζήτησα να με πιστέψεις.....
Αγκαλιασμενοι πήραν τον δρόμο για το ιατρείο κρατώντας την σφιχτά στα δυνατά του χέρια..όταν τα μάτια του έπεσαν αστραφτερά πάνω σε ένα φτωχικό χαμίνι το οποίο πάλευε να βγάλει την λιγοστή δεκάρα που θα του προσέφερε ένα πλούσιο γεύμα , αποτελούμενο, από ψωμί και ελάχιστο καθαρό νερό...
<< Καταραμένοι πλούσιοι,ζουν ευτυχισμένοι,καθώς τούτα τα παιδιά υποφέρουν... Τράβηξε μερικα κέρματα απο την σκούρα του θήκη, κοιτάζοντας το λιγοστό του απόθεμα χρημάτων.
<< Τζέιμς μου ,είναι τα τελευταία σου χρήματα?
Αναστεναξε χαρίζοντας της ένα πλατύ χαμόγελο σφίγγοντας της το χέρι..
<< Δεν πειράζει γυναίκα μου, εξάλλου δεν μου αρέσουν τα χρήματα, θα είναι καλύτερα αν τα κρατήσει εκείνος...
Είπε πλησιάζοντας το αγόρι με διστακτικά βήματα.
<< Κύριε,ένα κέρμα θα με βοηθούσε πολύ.
Το ψηλό σώμα του Τζέιμς φαίνονταν γιγάντιο απέναντι από το παιδί,έτσι θέλοντας να κοιτάζει τα γλυκά του μάτια, έσκυψε με ένα κουρασμένο χαμογελο.
<< Κράτησε τούτα τα κέρματα, συγχώρεσε με που δεν έχω τίποτε άλλο...
Με το αντρικό του χέρι έπιασε αυτό του κουρασμένου παιδιού αφήνοντας του με προσοχή τα κέρματα.
Τα ντροπαλά μάτια του παιδιού γέμισαν απρόσμενα δάκρυα, θαρρείς και δεν περίμενε ποτέ τούτη την καλοσύνη...
<< Κύριε,αν δεν έχετε άλλο εισόδημα, τότε γιατί το χαρίζετε όλο αυτό σε εμένα?
Το χαμόγελο του Τζέιμς ήταν περισσότερο ενθαρρυντικό παρά χαρούμενο.
≤< κοίταξε μικρέ,τώρα θα δεχτείς τα χρήματα που αφήνω στο κουρασμένο σου χέρι,και ύστερα θα αποχωρήσεις από τον δρόμο, χαρίζοντας στον εαυτό σου ένα ζεστό γεύμα, και ύστερα θα περάσεις από το ιατρείο, παίρνοντας έναν ασφαλή ύπνο...
<< Πως θα μπορούσα να σας ευχαριστήσω;
≤< ίσως θα μπορούσες να καθαρίζεις πληγές , είτε να τις δένεις με καθαρούς επιδέσμους,θα σου εξασφαλίζω φαγητό, στέγη,και νερό...
Το χαμόγελο του παιδιού αστραψε γεμάτο χαρά.
<< Ευχαριστώ κύριε......
Τα γεμάτα χαρά παιδικά του μάτια έπεσαν στην Ασία.
<< Κυρία χαίρομαι που σας γνωρίζω...είπε το φτωχό παιδί κάνοντας μια άχαρη υπόκλιση βγάζοντας το λερωμένο του καπελάκι.
Τότε το κορμί της Ασίας τον πλησίασε βάζοντας το μουδιασμενο της χέρι,σε έναν χείμαρρο πυκνών μαλλιών...
Το παιδί ένιωσε γαλήνη κάτω από τα φιλικά της δάχτυλα.....
<< Ότι χρειαστείς θα είμαστε εκεί για εσένα...
Πρόσθεσε εκείνη κάνοντας τον τζειμς να ρίξει το βλέμμα του πάνω της γεμάτο θαυμασμό..
<< Δεν θα σας απογοητεύσω κυρία...
Το παιδί άρχισε να τρέχει απέναντι από τον μεγάλο απότομο δρόμο αποφασισμένος ύστερα από πολύ καιρό να φάει ένα αληθινό νόστιμο γεύμα,
