Τα θυμωμένα μάτια του έπεσαν στο κόκκινο από θλίψη πρόσωπο της.
<< Τζέιμς εγώ...
<< Εσύ..πήγαινε στο παιδί μας Ασία,θα τα πούμε όταν γυρίσω το βράδυ....
Δύο ολόκληρες ημέρες έφευγε πρωί και γύριζε βράδυ,και καθώς ερχόταν το μόνο που έλεγε ήταν μια λέξη πρωτού κλείσει τα μάτια του.
μέσα της ένιωθε λύπη για τούτη την τροπή.
Εκλαιγε μόνη περιμένοντας τον, πιστεύοντας πως εκείνη είχε πράξει κάτι λάθος,και πλέον θέλοντας να την εκδικηθεί, έφτιαχνε με άλλον τρόπο την ζωή του,με έναν τρόπο που δεν του αρμοζε.
Άραγε να είχε βρει κάποια που να εκπληρώνει τις επιθυμίες του?
Ξαφνιασμένη από τούτη την σκέψη, άκουσε την πόρτα να ανοίγει νιώθοντας τον θυμό της να κατακλύζει το κορμί της.
Η πόρτα της κάμαρας της άνοιξε,και στο εσωτερικό της πέρασε εκείνος, βρίσκοντας την ξύπνια και ταυτόχρονα ταραγμένη.
<< Τι συμβαίνει γυναίκα;
<< Που ήσουν μέχρι τέτοια ώρα;
<< Δουλεύω ..
Ξαπλώνοντας κοντά στο παιδί του, φίλησε το κεφαλάκι του, όταν η Ασία ξαφνιασμένη μύρισε ένα ξένο άρωμα πάνω στο κορμί του,ένα άρωμα που δεν ήταν δικό του,μήτε δικό της.
Έχοντας ανοίξει διάπλατα τα μάτια της ,γυρισε αργά στην μεριά του,κοιτάζοντας τον με φανερο θυμό.
Εκείνος όμως κοίταζε τα μάτια της κόρης του με τόσο λατρεία που για ένα μόνο δευτερόλεπτο είχε νικήσει την στεναχώρια της.
<< Γυναίκα θα με ακολουθήσεις λίγο?
<< Όχι!!!θα μείνω να ξεκουραστώ.
Ξαπλώνοντας νευριασμένη, κάτω από τα απαλά κάτασπρα τους σεντόνια,γύρισε την πλάτη της στη μεριά του.
Έτσι εκείνος έμεινε εμβρόντητος πίσω από εκείνη,με τα μάτια του μελανά από την αϋπνία..
<< Καληνύχτα γυναίκα μου..
<< Μμμ...
Τα δάκρυα της πότιζαν τα μαξιλάρια της.
νιώθοντας τον να αφήνει το κρεβάτι τους και να κλείνει την πόρτα πίσω του,ξεσπασε σε λυγμούς πόνου..
<< Που πηγαίνεις;που...
Κατεβαίνοντας αργά τις απότομες σκάλες με το κοκκινωπό χαλί, κάθισε απέναντι από το αναμενό τζάκι,εκεί όπου καθώς είχε έρθει,είχε αφήσει μια απαλή αλοιφή..
Έτσι τραβώντας την βαριά του πουκαμίσα, έβρεξε το χέρι του με το πράσινο μυρωδάτο μίγμα απτό δοχείο, προσπαθώντας να γιατρέψει τις πληγές της πλάτης του,μα έχοντας πρόσφατα βάλει τον ώμο στην θέση του,ήταν αδύνατον να φτάσει το δέρμα του.
Τα μάτια του έκλεισαν σφιχτά προσπαθώντας μια ακόμη φορά σμίγοντας τα φρύδια του προσώπου του,γύρισε το χέρι του με αφορμή να το πληγώσει περισσότερο.
Βρίζοντας μέσα από τα δόντια του έφερε το χέρι μπροστά απτό στήθος του κρατώντας το σφιχτά,
Ενώ αφήνοντας την ανάσα του απαλά να βγεί απτα πνευμονια του , ξάπλωσε ήσυχα στον καναπέ κοιτάζοντας την φωτιά απέναντι του να τον συντροφεύει..

Πριν προλάβει όμως να κλείσει τα κουρασμένα του μάτια, δύο απαλά χέρια ετριψαν με αλοιφή τα γδαρμένα σημεία του κορμιού του,και προς μεγάλη της έκπληξη,δεν τον ένιωσε να ξαφνιάζεται από το απότομο άγγιγμα της στο δέρμα του, αντιθέτως,με το ελεύθερο δεξί του χέρι σταμάτησε το δικό της που έτριβε τον πληγωμένο του ώμο, κρατώντας το σφιχτά αφήνοντας το στάσιμο επάνω του.
<< Τζέιμς,άφησε με να σε βοηθήσω.
<< Όχι...πήγαινε ξεκουράσου γυναίκα..
Σηκώνοντας το κορμί του μπροστά της ,της άφησε ένα απαλό χαμόγελο.
<< Τζέιμς εγώ.
Τείνοντας της το χέρι του, κοίταξε με προσοχή τα συναισθηματικά της μάτια.
<< Μπορώ να σε βοηθήσω να κοιμηθείς εάν το θέλεις Ασία.
Στην πρώτη πλευρά η ζήλεια και στην δεύτερη ο πόνος για αγάπη,ποια θα μπορούσε να νικήσει άραγε;
Δίχως δεύτερη σκέψη,του έπιασε σφιχτά το χέρι, ανεβαίνοντας μαζί του τα σκαλοπάτια,και ύστερα ξαπλώνοντας κοντά του σαν παιδί, ναυάγησε σαν πλοίο στην αγκαλιά του.
Νωρίς όμως εκείνο το πρωινό, ξύπνησε μια ακόμη φορά μόνη, μόνη και πληγωμένη.
Δεν θα άντεχε να περιμένει μια ακόμη μέρα την νύχτα να πέσει,ώστε να ακούσει πως ήταν μονάχα στη δουλειά.
Σκεπάζοντας με προσοχή το παιδί της,φόρεσε την μακριά της κάπα, μπαίνοντας στην πρώτη άμαξα που σταμάτησε μπρος της.
Ζητώντας με απεγνωσμένα συναισθήματα,την στάση της στο ιατρείο του...
Όπου με αργά σταθερά βήματα, προσπέρασε τους ατέλειωτους υγρασιασμενους διαδρόμους πλησιάζοντας την πόρτα στο βάθος .
Καθώς με βιασύνη έσπευσε να ανοίξει, αντικρίζοντας έναν και μόνο άντρα μπρος της,τον Τζέικομπ,ο οποίος με το αστραφτερό του χαμόγελο μάζευε αλοιφές και φάρμακα σε ένα κόκκινο σακούλι.
<< Τζέικομπ;
Τρομαγμένος,άφησε όλα τα φάρμακα να προσγειωθούν στο έδαφος.
<< Κυ κυρά μου;
<< Ο Τζέιμς; Νόμιζα πως ήταν εδώ.
Ο νεαρός χάνοντας το χρώμα του έκανε ένα βήμα πίσω.
<< Εγώ ξέρετε..
<< Τζέικομπ; Τι μου κρύβεις;
<< Δεν είμαι καλός στα ψέματα κυρία,δεν εκρυψα κάτι από εσας.
<< Που βρίσκεται;
<< Κυρά μου εγώ.
<< ΠΟΥ , βρίσκεται;
Έχοντας αποκτήσει ένα ροδοκοκκινο χρώμα στα μάγουλα του,της εγνεψε να καθίσει απέναντι του θέλοντας να της εξηγήσει τα πάντα.
<< Θα σας πάω σε εκείνον....
