°° υψώνοντας το σανίδι με τον νεκρό.
Ο αρχηγός ντάσταν, γονάτισε επάνω από το εξασθενές κορμί του γιου του,και τον παρατηρούσε να παραδίνεται στους θεούς τών ουρανών.
Τα μάτια του δύσκολα μπορούσες να πεις πως έκλαιγαν,καθώς τους ήταν δύσκολο να κλάψουν,ο καταραμένος πόνος όμως,έκανε την καρδιά του αδύναμη.
<< Γιε μου!!!!
Τα βαριά σκληροτράχηλα χέρια του αρχηγού, μπλέχτηκαν σε ένα σμήνος κόκκινων μαλλιών.
<< Πα- πατέρα.. βρες την,και- και σκότωσε την...
Ήταν οι τελευταίες λέξεις πρωτού αφήσει την ψυχή του να βγεί απτην αρρώστια.
Το κεφάλι του αρχηγού κρύφτηκε στον λαιμό του παιδιού του,καθώς ύψωνε βίαια την φωνή, σκίζοντας ένα κομμάτι θρήνου στην σιωπή.
<< ΒΡΕΊΤΕ ΕΚΕΊΝΗΝ ΠΟΥ ΤΌΛΜΗΣΕ ΝΑ ΤΟ ΣΚΆΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΌ ΜΟΥ,ΚΑΙ ΦΈΡΤΕ ΜΟΥ ΤΟ ΚΕΦΆΛΙ ΤΗΣ!!!!!
Κάνοντας μια εύθυμη στροφή, ένιωσε τα χέρια της κόρης της να παίζουν με το φόρεμα της τραβώντας το με όση δύναμη είχε, κατω.
<< Μιρα μου;
Τα μάτια του παιδιού αστραφταν με έναν τρόπο που της θύμιζαν εκείνον,ήταν η αιτία όταν της έλειπε,να αντικρίζει μονάχα τα μάτια της κόρης της ώστε να κλάψει...
Ο Άνταμ βοηθούσε σε ότι μπορούσε , θέλοντας να είναι ο τέλειος γιος, κάτι που η Ασία του είχε αναγνωρίσει από την αρχή,ήταν ο τέλειος γιος,και δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να κουράζεται ώστε να το αποδείξει.
Του φιλούσε απαλά το μέτωπο και του έδινε την Μίρα να παίξουν αντάμα,ώσπου εκείνη να ετοιμάσει ένα δοχείο φαγητού.
Σύντομα ο άντρας της θα γύριζε σπίτι ,και βαθιά μέσα της ένιωθε την αγωνία του να τον αντικρίσει....
Τούτη η αγάπη έμοιαζε να αποτελείται από δύο φύλα επάνω στο δέντρο,εάν το ένα πέσει,θα πέσει και το άλλο,και ύστερα σπασμένοι θα μπορούσαν να χορέψουν γύρο από το δέντρο.
Χαμογελώντας ευτυχισμένη,έτρεξε αγκαλιάζοντας τα παιδιά της με όλη της την δύναμη.
Και ύστερα κοίταξε τον Άνταμ βαθια στα μάτια θαρρεις και του μιλούσε με το μέσα της.
<< Πρόσεχε την,η Μίρα θα είναι πάντοτε αδερφή σου, κομμάτι σου, πρόσεχε την,πήγαινε την επάνω γιε μου....
Το αγόρι την αγκάλιασε σφιχτά από την μέση φιλώντας την με απαλότητα στο σημείο της κοιλιάς της.
<< Θα κάνω ότι μου ζητήσεις μητέρα.
Έτσι και έκανε ,ανέβασε το παιδί στην αγκαλιά του,και με προσεκτικά βήματα την πήρε στο δωμάτιο αφήνοντας την στο απαλό ξύλινο κρεβάτι,με τις βαριές γούνινες κουβέρτες.
Η Ασία έμεινε να κοιτάζει το άδειο σημείο της σκάλας, θαρρείς και η ευτυχία της γκρεμιζοταν από ένα παράξενο συναίσθημα αγωνίας.
Χαμηλώνοντας τα μάτια της ,άνοιξε τα παράθυρα,και γέμισε ξύλινα μικροσκοπικά δοχεία,με απαλό μυρωδάτο ζωμό.
