κεφάλαιο 9

6.4K 801 65
                                        


ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου έβλεπα εκείνον μπροστά μου. Στο πρόσωπο του έβλεπα την σιγουριά και μέχρι την τελευταία στιγμή που τον αντίκρισα δεν είδα ούτε ίχνος μεταμέλειας για αυτό που μου είχε κάνει. Δεν ήταν μεθυσμένος και η πράξη του ήταν συνειδητή... Έμεινα πολλές ώρες κάτω από το νερό και προσπαθούσα να ξεπλύνω την μυρωδιά του από πάνω μου, έτριβα το σώμα μου για να μη νιώθω πια το άγγιγμά του... Δεν τηλεφώνησα στον Χανς, δεν μπορούσα να του το πω...

Όταν επιτέλους ξημέρωσε, τυλίχτηκα με μια ζεστή ρόμπα πάνω από την πιτζάμα μου και κατέβηκα κάτω. Οι γονείς μου δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα αλλά δεν θα αργούσαν. Ζήτησα να μου φέρουν λίγο τσάι και έκατσα στην γωνιά του καναπέ αμίλητη. Ένιωθα το μυαλό και την ψυχή μου άδεια, ήθελα να κλάψω αλλά δεν μπορούσα. Είχα πάρει την απόφαση μου, δεν θα τον άφηνα να γλιτώσει τόσο εύκολα, θα πλήρωνε πολύ ακριβά για αυτό που μου έκανε...

Όταν κατέβηκε η μητέρα μου και με είδε, παραξενεύτηκε. Με πλησίασε αμέσως και έκατσε δίπλα μου. Με επεξεργαζόταν με το βλέμμα της και κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Κέιτ τι συμβαίνει και έχεις τέτοια χάλια;» δεν είχα κοιταχτεί στον καθρεύτη αλλά σίγουρα η αυπνία θα είχε αφήσει τα σημάδια της στο πρόσωπο μου.

«Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Ο πατέρας θα αργήσει να κατέβει;»

«Όχι, σε λίγα λεπτά θα είναι εδώ... έγινε κάτι χθες το βράδυ στην έξοδο σας με τον Άλεξ;»

«Μητέρα θα σας πω τι έγινε αλλά θέλω να είστε και οι δύο μπροστά.» η φωνή μου έσπασε και αναστέναξα.

«Κέιτ μίλα μου σε παρακαλώ! Σου είπε κάτι που σε πρόσβαλε;» χαμογέλασα, ανησυχούσε μήπως μου είπε κάτι, μάλλον δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα μου έκανε κάτι! Όταν κατέβηκε ο πατέρας μου, ζήτησε να του φέρουν τον καφέ του και μας πλησίασε...

«Πως και τόσο πρωινές μάνα και κόρη;»

«Η Κέιτ θέλει να μας μιλήσει.»

«Είμαι όλος αυτιά! Ελπίζω αυτά που έχει να μας πει να είναι ευχάριστα νέα!» μόνο αυτό τον ένοιαζε. Ήθελα πολύ να δω τα μούτρα του όταν του αποκάλυπτα τι μου είχε κάνει ο αγαπημένος του Άλεξ. Η Κάρεν έφερε τον καφέ του και την ώρα που έφευγε της ζήτησα να κλείσει τις πόρτες της τραπεζαρίας. Ο πατέρας μου κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό θα τους έλεγα και άφησε το φλιτζάνι του κάτω. Με κοίταξε με προσοχή και περίμενε να ξεκινήσω.

ΚΛΕΦΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙDonde viven las historias. Descúbrelo ahora