26

84 7 0
                                        


«Κάποια στιγμή πρέπει να μάθει την αλήθεια. Για πόσο θα την κρατάτε στο σκοτάδι;».

Η μαμά τού ρίχνει ένα βλέμμα όλο περιφρόνηση.

«Για όσο χρειαστεί», γιατί κάτι στον τρόποπου το λέει δηλώνει πως ό,τι κι αν είναι δεν θα το μάθω ποτέ;

Τώρα η περιέργειά μου έχει φτάσει στο ζενίθ.Σκύβω λιγάκι ακόμη. Δυστυχώς, η ζαλάδα της προηγούμενης νύχτας επανέρχεται την χειρότερη δυνατή στιγμή. Σαν βουητό χιλιάδων λυσσασμένων μελισσών τριβελίζει το εσωτερικό του εγκεφάλου μου με αποτέλεσμα να χάσω την ισσοροπία μου και να σκάσω με έναν βαρύ γδούπο στο χαμηλώτερο σκαλοπάτι. Ψηλαφίζω για να βρω την κουπαστή της σκάλας όταν το πυρόξανθο μαλλί της μαμάς ξεπροβάλλει απ' το σαλόνι.

Με μιας έρχεται δίπλα μου και με βοηθά να σταθώ όρθια. Ο Θοδωρής ακριβώς πίσω της κοντοστέκεται λες κι αναρωτιέται αν πρέπει να με βοήθησει ή να φύγει με ελαφρά βηματάκια. Ή απλώς φοβάται την αντίδραση της μαμάς. Δεν τον αδικώ, οι πράξεις της ώρες ώρες μπορούν να πάρουν πορεία καλοπληρωμένου δολοφόνου.

«Θάλεια;Τι έγινε;», ρωτάει με την ανησυχία να πάλλεται στην χροιά της.

Με στήριγμα τα χέρια της ορθώνω το ανάστημά μου αρκετά ώστε να προσηλώνομαι στην ματιά του Θοδωρή. Το βλέμμα μου τα λέει όλα: Τι συμβαίνει εδώ πέρα;

Μόλις ξαναποκτώ την ικανότητα της ομίλιας τολμώ να πω: «Πρέπει να μιλήσουμε».

Η μαμά γυρνάει το κεφάλι σαν μαστίγιο και κοιτάζει τον Θοδωρή από πάνω μέχρι κάτω εξωνυχιστικά. Εκείνος νεύει και κάνει να προχωρήσει ένα δυο βήματα. Αυτόματα το χέρι της μαμάς πέφτει στο στέρνο του σχηματίζοντας ένα ευδιάκριτο στοπ.Σκάει ένα χαμόγελο που μόνο πρόσχαρο δεν είναι, αντίθετα μπορώ να μυρίσω την πικρή του αίσθηση.

«Δεν πρόκειται. Θοδωρή μπορείς να πηγαίνεις τώρα».

Όμως εγώ δεν είμαι έτοιμη να λήξω την συζήτηση τόσο απλά, μόλις ξεκίνησα και δεν θα σταματήσω ώσότου να πάρω μιαν απάντηση.

«Όχι.Θα μείνει», δηλώνω κατηγορηματικά.

Αδιαφορώ πλήρως για το βλέμμα της μαμάς που με κατακεραυνώνει σαν αστροπελέκι και στρέφομαι στον Θοδωρή. Αυτή η ιστορία πρέπει να λήξει τώρα. Τώρα αμέσως. Με ένα κούνημα του σαγονιού του δείχνω πάνω, το δωμάτιό μου.

Ανεβαίνω τα σκαλιά και με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ και τον Θοδωρή να με ακολουθεί στο δωμάτιο μου.

Κάθομαι στο κρεβάτι στηρίζοντας την πλάτη μου στον τοίχο. Εκείνος σέρνει μια καρέκλα στο ξύλινο πάτωμα ώσπου βρισκόμαστε απέναντι ο ένας απ'τον άλλο.

«Τι λέγατε με την μαμά μου;», ξεκινώ κάπως αμήχανα.

Ακουμπάει τους αγκώνες στα γόνατά του και παίρνει έναν βαθύ αναστεναγμό, λες και κουβαλάει όλο το βάρος της απάντησης στις ωμοπλάτες του. Στυλώνει το βλέμμα στο παράθυρο επιτρέποντάς μου να βλέπω το προφίλ του. Σε ολόκληρο το πρόσωπό του διακρίνωμια παρουσία άγχους, αγωνίας.

«Έχεινα κάνει με μένα;», δοκιμάζω με διαφορετική προσέγγιση.

Οι γωνίες του στόματός του σφίγγονται αλλά δεν βγαίνει άχνα.

«Σχετικά με το φιλί;», τρίτη προσπάθεια.

Γέρνει το κεφάλι προς τα κάτω με μια ανεξήγητη θλίψη να καθρεφτίζεται στα μάτια του.Δεν πρόκειται να μου πει ό,τι θέλω να μάθω με το καλό. Πρέπει να ακολουθήσω άλλη μέθοδο. Η χαώδης σιωπή του με κάνεινα τα πάρω πραγματικά στο κρανίο.

«Θα μου πεις τι συμβαίνει επιτέλους;!», δεν είναι επιλογή μου που οι λέξεις ξεχύνονται με λίτρα δηλητηρίου.

Για πρώτη φορά η ματιά του φυλακίζει την δική μου. «Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να καταλάβεις;».

Να καταλάβω τι;

Όταν βλέπει πως δεν αντιδρώ αποφασίζει να πάρει την συζήτηση στα χέρια του.

«Πριν από αρκετό καιρό η μαμά σου τα είχε με τον πατέρα μου. Έβγαιναν ραντεβού και τα λοιπά. Σε κάποια φάση χωρίσανε.Όμως...», ξεροκαταπίνει, «Ποτέ δεν το είχαν σχεδιάσει. Δεν ήθελαν να συμβεί,αλλά τελικά συνέβει. Η μαμά σου έμεινε έγγυος».

Και με το που το ξεστομεί μια νέα ριπή ζάλης καλλιεργείται στα σωθικά μου απειλώντας να εκτοξεύσουν το εσωτερικό σε μορφή εμετού. Τα μάτια του δεν ξεκολλάνε λεπτό απ' τα δικά μου. Τα λόγια της μαμάς έρχονται σαν ορμητικός χείμαρρος στο νου μου.

Δύο χρόνια προτού γνωρίσω τον μπαμπά σου ήμουν ζευγάρι με τον Σταύρο. Τον πατέρα του Θοδωρή.

Είχα αφήσει το μυαλό μου να αλλοιώσει την ανάμνηση με λίγο ποτό και λίγο ξενύχτι.Παρ' όλα αυτά η μαύρη τρύπα στο στήθος μου φαντάζει ακόμα πιο αχανής. Έχω εκείνο το συναίσθημα πως βρίσκομαι μεσοπέλαγα στην θάλασσα, πάνω στα τρύπια σανίδια ενός ψαροκάϊκου, και βουλιάζω.Βουλιάζω, βουλιάζω, βουλιάζω μέχρι που φτάνω στον πάτο του ωκεανού. Και το σιχαίνομαι αυτό το συναίσθημα.

«Δηλαδή εννοείς...», δεν κατορθώνω να ολοκληρώσω την διαπίστωση, η φωνή μου ραγίζει στα δυο.

Με ένα αμυδρό, ελάχιστο νεύμα του κεφαλιού επιβεβαιώνει αυτό που φοβόμουν. «Ναι,Θάλεια. Είμαστε αδέρφια».

________________________

Αποκαλύψεις....!

Απ' το φαρμάκι βγαίνει αγάπηDonde viven las historias. Descúbrelo ahora