We've updated our Content Guidelines.
Review the latest guidelines to keep sharing stories safely.

37 (πρώτο φιλί)

89 8 0
                                        


Κάνω μεταβολή και προχωρώ γοργά προς τον δρόμο. Είναι η αντίθετη κατεύθυνση απ' το σπίτι μου,μα δεν νιώθω πλέον άνετα και φιλόξενα εκεί μέσα. Τις τελευταίες μέρες το μόνο που μου προσφέρει το δωμάτιό μου είναι κρυσφύγετο για τους εφιάλτες. Που πήγαν οι μέρες που αποτελούσε το καταφύγειο των προβλημάτων μου; Κάτω απ' τα σεντόνια μου ένιωθα ζεστασιά, ηρεμία,ασφάλεια. Με περιέκλειναν σαν κουκούλι προστασίας, άνετο και γαλήνειο. Τώρα πια είναι ένας χώρος ξένος, άγνωστος,που φέρει μονάχα πίκρες και στενοχώριες.Δεν είναι σπίτι μου.

Περνάω τον δρόμο τρεκλίζοντας, ακόμη ταραγμένη απ' την ομολογία του. Δεν προσέχω τους λευκούς προβολείς που πέφτουν με αγριότητα επάνω μου καταβροχθίζοντας όλα τα υπόλοιπα χρώματα ολόγυρά μου. Μένω άναυδη να κοιτάζω το λευκό φως που όλο και δυναμώνει. Στο τέλος με τυφλώνει και βάζω τα χέρια μπροστά στα μάτια μου.Μια μηχανή μουγκρίζει βίαια κουφένοντας τον τόπο όλο. Την μια στιγμή οι πατούσες μου πατούν στο έδαφος, την άλλη όχι.Κάποιος γραπώνει σφιχτά την μέση μου και με σηκώνει απ' την άσφαλτο.

Στην αρχή νομίζω πως πετάω. Πετάω ψηλά, στα ουράνια. Η αίσθηση είναι τόσο ανάλαφρη, ακούω μάλιστα και τον ήχο των φτερών· απαλός,σαν από λινάρι. Με στέλνουν ακόμα πιο ψηλά, στον ουρανό. Όλα σιωπούν. Νεκρική σιγή. Νομίζω πως ο χρόνος έχει σταματήσει να κυλά. Κάποιος τον σταματησε μονάχα για μένα, για να μπορέσω να πετάξω, να αιωρηθώ στους αιθέρες σαν πούπουλο. Καιτότε, ξαφνικά, αρχίζω να πέφτω πατόκορφα.Βουτάω καταπρόσωπο στο κενό. Νιώθω τον αέρα να σκίζει την επιδερμίδα μου, τα μάγουλά μου, τα μπράτσα μου, μέχρι και τα αγγελικά, βελούδινα φτερά μου.

«Όχι. Όχι, σε παρακαλώ. Άφησέ με λίγο ακόμα. Λιγάκι ακόμα να πετάξω», εκλιπαρώ τον άγνωστο.Είναι ο Θεός, ή ο διάβολος; Ποιος μου ξυλώνει τα όμορφα φτερά μου; Ποιος με γκρεμίζει απ' τον ουρανό;

Αστραπιαία, το κεφάλι μου βροντά στο τσιμέντο. Στο σκληρό, τραχύ, τσιμεντένιο οδόστρωμα.Τα βλέφαρά μου παραμένουν κλειστά,υπερβολικά βαριά για να ενδώσουν. Τα ακροδάχτυλά μου γδέρνονται στα χαλίκια κι η μύτη μου πλουτίζει από καυσαέριο.Ακούω αμυδρά κάποιον να ψιθυρίζει το όνομά μου. Παράξενα οικεία φωνή. Βραχνή με στίγματα ανησυχίας.

«Θάλεια; Θάλεια,άνοιξε τα μάτια σου. Σε παρακαλώ».

«Θα ήθελα, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ», σκέφτομαι.

Ολόκληρο το σώμα μου έχει ένα μούδιασμα που δεν ξέρω κατά πόσο είναι φυσιολογικό και κατά πόσο αφύσικο. Τα άκρα μου είναι βαριά κι ασήκωτα σαν μολύβι, τα μάτια μου επίσης λες κι είχαν τοποθετήσει ατσάλινα βαρίδια επάνω τους. Αντί για εικόνες,στον νου μου στριφογυρίζει μια ατελείωτη μαυρίλα. Αραιά και που, βλέπω εκλάμψεις λευκού φωτός. Αν δεν είμαι στον παράδεισο,τότε που είμαι;

Απ' το φαρμάκι βγαίνει αγάπηStories to obsess over. Discover now