43

79 4 0
                                        


Κατεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά της μονοκατοικίας την στιγμήπου ακούω το κουδούνι. Ω ναι, όπως το μαντέψατε. Έχω ραντεβού με τον Ζαν.

Προτού ανοίξω την πόρτα ορθώνομαι λίγο στον καθρεύτη του διαδρόμου ισιάζοντας τα ρούχα μου και φτιάχνοντας τα μαλλιά μου. Προσέχω την μαμά ξαπλωμένη στον καναπέ πίσω μου, μέσα απ' τον καθρεύτη.

«Σαν πολύ έξω το έχεις ρίξει τελευταία», με πληροφορεί.

Υψώνω το βλέμμα στο ταβάνι και της απαντώ χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω.

«Τα 'χω με τον Ζαν», υπενθυμίζω.

Μπορώ και ακούω το ήπιο, αλλά ενοχλημένο, ξεφύσημά της την ώρα που εγώ επιμελώ μετά μανίας το μακιγιάζ μου. Όχι πολύ βαρύ, αλλά όχι και πολύ ελαφρύ. Ό,τι πρέπει για την περίσταση.

«Το ξέρω, Θάλεια.Δεν νομίζεις όμως πως παραμελείς τα μαθήματά σου;», ρωτάει επιδεικτικά.

«Καθόλου», απαντώ αδιατάραχη καθώς φτιάχνω το φουλάρι γύρω απ'τον λαιμό μου.

«Θάλεια, έτσι και δω έναν βαθμό παρακάτω στο τετράμηνο...», αφήνει την απειλή να ξεθωριάσει.

Γυρνώ απότομα δίχως το παραμικρό ίχνος υπομονής. Δεν μου αρέσει να μου βάζουν περιοριστικά μέτρα, ποτέ δεν μου άρεσε και δεν θα αλλάξω τώρα για να της κάνω το χατίρι.

«Γιατί τι θα κάνεις αλλιώς, μαμά; Θα με κλειδώσεις μες στο σπίτι, θα μου απαγορεύσεις να βγαίνω μέχρι να βγάλω τους βαθμούς που εσύ  θέλεις, ή θα με κλείσεις σ' έναν ψηλό πύργο σαν τη Ραπουνζέλ;», πετώ εκνευρισμένη. Ακόμα κι η σκέψη είναι γελοιωδώς παράλογη.

Εκείνη σηκώνεται απ' τον καναπέ εξίσου θυμωμένη με μένα και με δείχνει με το δάχτυλο.

«Πρόσεξε καλά κακομοίρα μου. Ως τώρα σε άφησα να κάνεις του κεφαλιού σου, αλλά εάν πέσει στην αντίληψή μου ότι–».

«Αγγελική»,προσφωνεί ο μπαμπάς ενώ έρχεται δίπλα της απ' την κουζίνα.

Την πιάνει απ'τα μπράτσα και την βάζει να καθίσει ξανά στον καναπέ.

«Ηρέμησε τώρα.Δεν υπάρχει λόγος να μαλώνετε», την καθησυχάζει.

Η μαμά προσπαθεί να εναντιωθεί όμως εκείνος δεν δέχεται κουβέντα. Την φιλάει γλυκά στο μέτωπο και την αφήνει να δει την ταινία της, Μαγεία στο σεληνόφως, πάλι.

Όταν αποχωρεί έρχεται προς το μέρος μου. Δεν ξέρω τι σκέφτεται. Ίσως είναι κουρασμένος να σταματά άλλον ένα καβγά. Κουράστηκε να μπαίνει στη μέση και να ηρεμεί τα πνεύματα. Δεν τον αδικώ, εγώ κι η μαμά όλη την ώρα μαλώνουμε για κάτι. Λες και μισούμε η μία την ζωή της άλλης, πράγμα που πρακτικά δεν γίνεται αφού κι οι δυο αγαπιόμαστε. Ποια μάνα θα μπορούσε να μισήσει το παιδί της; Κι αντίστροφα,ποιο παιδί θα είχε την δύναμη να μισήσει την μάνα που το έφερε σε τούτο τον κόσμο;

Απ' το φαρμάκι βγαίνει αγάπηTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang