Κεφάλαιο 26ο

1.5K 79 104
                                        

Τώρα.
Αχιλλέας,23 ετών.

Όταν ήμουν παιδί είχα μια συνήθεια .

Όποτε αισθανόμουν νευριασμένος, χτύπαγα μπουνιές στο μαξιλάρι.

Θυμάμαι να το κάνω από τα έξι μου.

Η μάνα μου δεν ήξερε πώς να ηρεμίσει το  θυμό μου ,οπότε μια μέρα εμφανίστηκε με ένα μαξιλάρι στο χέρι και είπε απλά βάρα αυτό.

Λειτούργησε για ένα διάστημα.

Μετά όμως τα ξεσπάσματα μου, έβρισκαν πρόσωπα που τα παρομοίαζα με μαξιλάρι.

Θέλω να βαρέσω κάτι τώρα.

Οδηγούσαμε προς το εγκαταλείλιμενο κτήριο λίγο έξω από τη Λάρισα.

Την Τρίτη το πρωί που ξύπνησα νωρίς για να ετοιμάσω το πρωινό στην Ηρώ, που σκεφτόμουν εδώ και καιρό.

Είδα μήνυμα από το Ghost.

Ghost

Μετά τη δουλειά σας σήμερα.
Φεύγεται Λάρισα.
Θα κατέβει και η λέσχη.
Θα είστε όλοι εκεί.
Οδηγίες  τις επόμενες μέρες.

Είχε φτάσει ήδη Σάββατο.

Με τις οδηγίες να στέλνονται τη προηγούμενη μέρα.

Κανείς δεν ήξερε τι σκατά συνέβαινε.

Οδηγούσα με τεντωμένα τα νεύρα.

Τη Τρίτη  η εκτέλεση είχε πάει κατά διαόλου

Αλλά επιβεβαίωσα αυτό που πίστευα.
Ο Ghost είχε αρχίσει να κάνει λάθη.

<<Σκάσε ,γαμώ το κέρατο μου,>>φώναζε ο Ορφέας από δίπλα μου την ώρα που χτυπούσε ένα από αυτούς που είχαμε έρθει να καθαρίσουμε.

Ακόμα δε μου μηλούσε με το σκηνικό μετά τη πρέζα.

Απλά ακολουθούσε τις οδηγίες μου χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις.

Τους την είχαμε στημένη στο δρόμο την ώρα που πήγαιναν να το σκάσουν από τη πόλη.

Εγώ κρατούσα το όπλο στο κεφάλι του ενός .

Δύο πυροβολισμοί ακούστηκαν από τη μεριά του Ορφέα που έριξε στα πόδια σε έναν από τους δύο που είχε στα χέρια του τον Γαβριήλ.

Ο Ορφέας ξεσπούσε ασύστολα το θυμό του πάνω στον τύπο ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να του είχε ρίξει μια και να τελείωνε.

Στα χέρια μου ο δικός μου έτρεμε.

<<Ξέρεις πως πάνε Αντώνη αυτά.Δε συγχωρεί ο Ghost.Τι σκατά σκεφτόσουν.>>

Στάχτες και βροχήWhere stories live. Discover now