Tristan
Πετάω τη τσάντα μου στο πάτωμα και κατευθύνομαι προς τη κουζίνα. Βγαίνει φως μέσα από τον φούρνο και καταλαβαίνω πως ο παππούς κάτι μαγειρεύει πάλι.
Μετά όμως από αυτό που έγινε στις τουαλέτες του σχολείου, δεν έχω όρεξη.
Αηδιάζω στη σκέψη του φαγητού.
«Καλώς τον. Ηρθες; Ούτε που σε άκουσα» μου λέει ο παππούς ο οποίος βγαίνει από το μπάνιο με ένα καλάθι με ρούχα στα χέρια.
Με το ζόρι το κρατάει. Είναι βαρύ και φαίνεται αυτό. Τα χέρια του τρέμουν.
«Άσε τη μπουγάδα. Θα τα απλώσω εγώ» του λέω και μου δίνει το καλάθι.
Η μυρωδιά του απορρυπαντικου τρυπώνει ανάμεσα στα ρουθούνια μου και μου δημιουργεί μια αίσθηση νοσταλγίας.
«Ετοιμάζω σουφλέ ζυμαρικών. Να σου σερβίρω ένα κομμάτι;» ρωτάει δείχνοντας προς τον φούρνο και εγώ βγαίνω στη μικρή μας αυλή.
Τραβάω τη σιδερένια απλώστρα κοντά μου και ξεκινάω να απλώνω τα φρεσκοπλυμμενα ρούχα μας.
Ανάμεσα στη μαυρίλα των δικών μου ρούχων, ξεχωρίζει και το χρώμα από τα ρούχα του παππού. Εκείνος συνεχίζει και φοράει χρώμα.
Τους πένθησε και με το παραπάνω. Όμως μετά από έναν χρόνο, πέταξε τα μαύρα ρούχα από πάνω του και ξυρίστηκε. Δεν ήθελε πια λέει να μοιάζει σαν την άδικη κατάρα. Προσπάθησε να πείσει και εμένα να κάνω το ίδιο. Δεν τα κατάφερε όμως.
Ήμουν αποφασισμένος πως το μαύρο θα γινόταν ένα με την ψυχή μου.
Θυμάμαι από την ημέρα της κηδείας τους, ξεκίνησε αυτό. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ αλλά είχε ήδη γίνει κομμάτι της ζωής μου το πένθος.
Στο μυαλό μου έρχεται η πρώτη στιγμή μετά την κηδεία. Εγώ κι ο παππούς σε ένα παγκάκι, έξω από ένα έρημο νεκροταφείο.
Κοιτάζω τον ουρανό και τα δέντρα κουνιούνται. Φυσάει σήμερα. Κάνει κρύο. Το νιώθω.
«Πάμε να φύγουμε;» με ρωτάει ο παππούς πιάνοντας μου το χέρι.
Ρίχνω μια στιγμιαία ματιά στην εκκλησία και βλέπω συγγενείς από το σόι της μητέρας μου να βγαίνουν έξω από την εκκλησία με δάκρυα στα μάτια.
Συγγενείς που δεν είχα δει ποτέ και που νομίζω δεν θα ξαναδώ.
Οικογένεια από την μεριά του πατέρα μου δεν γνώρισα. Δεν με πειράζει όμως. Γιατί για να ήταν έτσι ο πατέρας μου, κάποιος τον μεγάλωσε έτσι. Δεν θέλω να πικραθω από άλλους ανθρώπους.
YOU ARE READING
Changes |✔|
Teen Fiction𝓘'𝓶 𝓸𝓯𝓽𝓮𝓷 𝓼𝓲𝓵𝓮𝓷𝓽 𝔀𝓱𝓮𝓷 𝓘'𝓶 𝓼𝓬𝓻𝓮𝓪𝓶𝓲𝓷𝓰 𝓲𝓷𝓼𝓲𝓭𝓮. Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω το ηλιοβασίλεμα. Πως γίνεται όμως να μην νιώθω τίποτα; Ή μάλλον νιώθω ένα κενό. Χρόνια τώρα. «Αγόρι μου, θες να φάμε μαζί; Έχουμε καιρό...» μ...
