Κεφάλαιο 2

25.9K 1.4K 123
                                        

Έχει περάσει ακριβώς μια εβδομάδα από εκείνο το βράδυ που ο περίεργος με κυνήγησε μέχρι το σπίτι μου και από τότε δεν έχει ξαναπεράσει από την γειτονιά.

Ετοιμάζω τα πράγματα μου για το φροντιστήριο και κατεβαίνω κάτω. Στα σκαλιά πετυχαίνω τον μικρο μου αδερφό, τον Στέλιο.

«Που πας;» Με ρωτά και δαγκώνει μια μπουκιά από το τοστ που μόλις έφτιαξε.

«Πρέπει να φύγω έχω φροντιστήριο και έχω αργήσει πολύ.» Λέω βιαστικά και δαγκώνω επίσης μια μπουκιά από το τοστ του. Τον φιλάω στο μάγουλο και συνεχίζω να κατεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας.

«Α και μην το ξεχάσω! Πάρε τηλέφωνο την Αλεξάνδρα σε έψαχνε σήμερα!» Φώναξα για να με ακούσει και πήρα τα κλειδιά μου.

Βγήκα από την αυλή και ξεκίνησα προς το φροντιστήριο όμως μια μορφή από την απέναντι πλευρά του δρόμου μου τράβηξε την προσοχή. Τον είδα να στέκεται πάνω σε μια από τις πινακίδες και ξεφύσησα εκνευρισμένη.

«Δεν μπορώ να καταλάβω τι στο καλό σου έχω κάνει και με ακολουθάς σαν σκύλος από εδώ και από εκεί. Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη;» Ρώτησα μόλις πέρασα τον δρόμο και στάθηκα μπροστά του. Αυτός έμεινε ακίνητος με αυτό το σπαστικό και αυτάρεσκο χαμόγελο στο πρόσωπο του.

Έκανα ένα βήμα πίσω γνωρίζοντας ότι έκανα λάθος που ασχολήθηκα μαζί του. Κοίταξα το ρολόι μου και πανικοβλήθηκα γιατί είχα αργήσει πολύ και δεν θα προλάβαινα να φτάσω εγκαίρως.

«Αμάν εσύ φταις που καθυστέρησα!» Φώναξα μπροστά στο πρόσωπο του και ξαφνικά ξύπνησε.

«Θα σε πάω εγώ. Που θες να πας;» Με ρώτησε και τον κοίταξα λοξά.

«Ευχαριστώ για την προσφορά μα δεν θα πάρω.» Του λέω ειρωνικά και πάω να φύγω όμως με προλαβαίνει.

«Νομίζω πως έχεις αργήσει αρκετά και δεν σε συμφέρει να ρισκάρεις την πολύ ευγενική προσφορά μου.» Χαμογέλασε ακόμη μια φορά και ορκίζομαι πως δεν είχα ποτέ μου τόσο μεγάλη ανάγκη να χαστουκίσω κάποιον.

«Και με συμφέρει ας πούμε να μπω σε ένα αμάξι με έναν ξένο τον οποίο δεν ξέρω καν;» Ρωτάω όμως έχει ήδη αρχίσει να με τραβά προς το αυτοκίνητο του.

«Μην ανησυχείς...» Προσπαθεί να θυμηθεί το όνομα μου όμως δυστυχώς για αυτόν δεν έχουμε συστηθεί ακόμα.

«Κάλη.» Λέω απότομα και σηκώνει τα φρύδια του ξαφνιασμένος.

«Κάλη, ωραίο όνομα! Που λες Κάλη δεν θα έμπαινα ποτέ στον κόπο να μπλέξω με κάποια σαν εσένα.» Με διαβεβαιώνει και στριφογυρνάω τα μάτια μου αδιάφορα. Λες και εμένα με νοιάζει.

«Εσένα;» Τον ρώτησα σχεδόν χαμηλόφωνα μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο και με κοίταξε.

"Εμένα τι;" Έξυσε το κεφάλι του μπερδεμένος και ξεφύσηξα αγανακτισμένη.

«Εσένα πως σε λένε;» Επανέλαβα την ερώτηση μου και άνοιξε το στόμα του δείχνοντας πως κατάλαβε τι ήθελα να πω.

«Προς το παρόν μπορείς να με φωνάζεις Dragon... Είναι παρατσούκλι.» Απάντησε οδηγώντας με προσήλωση και στριφογύρισα τα μάτια μου. Ωραία θα περάσουμε..

[...]

Μετά από 2 ώρες φροντιστήριο κατάφερα και γύρισα σπίτι μου χωρίς κανένα να με ακολουθήσει. Είναι και αυτό ένα επίτευμα!

«Στέλιο;» Φώναξα από το χολ την ώρα που έβγαζα τα παππούτσια μου όμως δεν πήρα καμία απάντηση.

Ανέβηκα στον πάνω όροφο και μπήκα στο δωμάτιο του, αφού χτυπήσω. Τον βρήκα καθισμένο στο γραφείο του να παίζει στον υπολογιστή του και τον πλησίασα ξεφυσώντας.

«Ξύπνα μωρέ! Σε φωνάζω τόσην ώρα και εσύ κοιμάσαι.» Τον κατσάδιασα και έβγαλε τα ακουστικά του εκνευρισμένος.

«Τι θες μωρέ;» Με ρώτησε αγανακτισμένος και έκατσα αναπαυτικά πίσω στο κρεβάτι του.

«Πήρες τηλέφωνο την Αλεξάνδρα;» Τον ρώτησα και έγνεψε θετικά.

«Μου είπε πως μας έχει μια έκπληξη και θα μας την πει αρκετά σύντομα. Ίσως το καλοκαίρι μας επισκεφτεί.» Εξήγησε και χτύπησα χαρούμενη παλαμάκια. Η Αλεξάνδρα είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, η οποία σπουδάζει στην Αθήνα τα τελευταία 3 χρόνια.

«Ωραία! Να σου πω τώρα μωρέ, μήπως να καθόσουν να διαβάσεις καθόλου;» Τον ρώτησα και από το βλέμμα του κατάλαβα πως ήταν ώρα να φύγω από το δωμάτιο.

[...]

Ο ήχος που της εξώπορτα που έκλεισε με έκανε να τιναχτώ και να πέσω από τον καναπέ του σαλονιού. Έκλεισα βιαστικά την τηλεόραση και σηκώθηκα πάνω για να καλωσορίσω τους γονείς

«Κάλη παιδί μου γιατί δεν σήκωνες το τηλέφωνο σου τόσες ώρες; Μας πήραν από το φροντιστήριο και μας είπαν πως άργησες σήμερα στο μάθημα. Που ήσουν;» Ρώτησε θυμωμένη η μητέρα μου και τους κοίταξα με απορία.

«Αλήθεια σας λέω δεν άκουσα το κινητό μου να χτυπάει και άργησα στο μάθημα γιατί είχα ξεχάσει να κάνω μια άσκηση που μας είχαν βάλει και έκατσα να την τελειώσω» Δικαιολογήθηκα και τους διαβεβαίωσα πως δεν θα επαναληφθεί. Ύστερα ανέβηκα στο δωμάτιο μου και ξεκίνησα να ψάχνω το χαμμένο μου κινητό.

Λίγη ώρα αργότερα ο χώρος είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης αλλά εγώ δεν το είχα βρει ακόμα. Ξαφνικά θυμήθηκα την διαδρομή στο αυτοκίνητο του Dragon, όπως μου είχε συστηθεί προηγουμένως.

Εκείνη την ώρα μπήκε ο Στέλιος στο δωμάτιο και μου είπε πως κάποιος με ζητούσε στο σταθερό. Το άρπαξα παραξενεμένη και το έβαλα στο αυτί μου.

«Παρακαλώ;»

--

Anarchy Where stories live. Discover now