Κεφάλαιο 65

6.7K 478 79
                                        

Σχεδόν μια εβδομάδα αργότερα το εξιτήριο του πατέρα μου υπογράφθηκε και γύρισε σπίτι. Οι γιατροί πίστευαν ότι με την χορήγηση των κατάλληλων φαρμάκων και την απαραίτητη, απαιτούμενη ξεκούραση θα ανάρρωνε γρήγορα και από το σπίτι, οπότε του επιτρέψαν να γυρίσει. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του ούτε εγώ, αλλά ούτε και η μητέρα δεν φύγαμε λεπτό από πλάι του. Δεχτήκαμε και πολλές επισκέψεις από φίλους του, την Δήμητρα και τον Γιάννη, τον Στέλιο και το κορίτσι του, αλλά και την Αλεξάνδρα, την οποία με όλα όσα προέκυψαν ούτε πρόλαβα να επισκεφτώ.

Στο σπίτι η μητέρα δεν μου επέτρεπε να μένω μαζί τους αποκαλώντας τις προσπάθειες βοήθειας μου σπατάλη του χρόνου από τις διακοπές μου. Έτσι συνέχισα να βγαίνω συχνά με τα παιδιά. Η παρέα με βοήθησε να ξεναγήσω την Δήμητρα και τον Γιάννη στην υπόλοιπη Θεσσαλονίκη και που και που πηγαίναμε και στην θάλασσα, για να δροσιστούμε από τον κάυσωνα της πόλης.

"Κάλη." Ένα χτύπημα στην πόρτα μου με έκανε να αναπηδήσω και να ρίξω το βιβλίο που διάβαζα εκείνη την στιγμή στο πάτωμα. "Μπορώ να περάσω;" Εμφανίστηκε το κεφάλι της Δήμητρας και της χαμογέλασα δίνοντας της την άδεια.

"Μόλις με πήρε τηλέφωνο η Αναστασία και με ρώτησε αν είσαι μέσα για τα σχέδια που κάνουν απόψε. Τα αγόρια προτείναν να πάμε σε κάποιο κλάμπ και μου είπε ότι θα είναι και ο Άρης επιτέλους μαζί μας!" Μου έκλεισε πονηρά το μάτι σαν έφηβη και με σκούντηξε.

"Δεν ξέρω Δήμητρα. Σήμερα έλεγα να περάσω από την Αλεξάνδρα για να τους δω επιτέλους. Εδώ και μια εβδομάδα το αναβάλλω και είναι καιρός να δω την μικρούλα." Της είπα και στριφογύρισε τα μάτια της, αλλά μετά έγνεψε κατανοητικά.

"Έχεις δίκιο." Συμφώνησε. "Όμως και πάλι, οι υπόλοιποι σχεδιάζουν να βγούμε αργά οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα." Πολύ ωραία... τώρα που η ιδέα σφήνωσε στο κεφάλι της Δήμητρας θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να έρθω, ακόμη κι αν δεν θέλω!

"Θα δω." Την άφησα μετέωρη να επεξεργάζεται την απάντηση μου και σηκώθηκα από το αναπαυτικό στρώμα για να ετοιμαστώ. Φόρεσα ένα στενό τζιν και μια απλή μαύρη μπλούζα και της έκανα νόημα να με ακολουθήσει, γιατί θα έφευγα.

"Που πας κορίτσι μου;" Άκουσα την φωνή του πατέρα μου την ώρα που φορούσα τα παππούτσια μου και γύρισα το κεφάλι μου προς της σκάλες.

"Στην Αλεξάνδρα για να δω την μικρή." Απάντησα και μόλις με πλησίασε έβγαλε ένα χαρτονόμισμα από την τσέπη της πιτζάμας του και μου το έδωσε.

Anarchy Dove le storie prendono vita. Scoprilo ora