"Έλα πες τι θες να μαγειρέψω" με ρωτάει ενώ πέφτει με φόρα στο καναπέ. Αφήνω το κινητό στο τραπεζάκι και τον κοιτάω με σηκωμένο φρύδι.
"Ξέρεις να μαγειρεύεις;" προσπαθώ να συγκρατησω το γέλιο μου.
Εκείνος το παρατηρεί και χασκογελάει.
"Καλά μην χαίρεσαι κιόλας. Ή μακαρόνια με κιμά θα φας ή με σάλτσα."
Ειπα και εγώ, νόμιζα ότι μαγειρευε κανένα δύσκολο φαγητό.
"Βέβαια, τώρα που το ξανασκεφτομαι μπορείς να φας και κάτι άλλο" τρίβει το σαγόνι του πονηρά και γουρλώνω τα μάτια μου.
Με το χέρι του δείχνει τον ανδρισμό του πονηρά.
"ΗΛΙΘΙΕ! "φωνάζω και εκείνος χτυπιέται από τα γέλια σαν χταπόδι.
"Μακαρόνια με κιμά θα κάνεις" συνεχίζω αυστηρά αλλά με κοιτάει με κουταβισιο βλέμμα.
"Δεν θα έρθεις να με βοηθήσεις;"
Θα ερχόμουν αν ήξερα να μαγειρεύω.
Εδώ καλά καλά και αυγά που κάνω άλλες φορές τα πετυχενω και άλλες όχι.
"Όχι ότι θα σου προσφέρω πολύ βοήθεια με τις μαγειρικές μου ικανότητες αλλά θα έρθω" με φιλάει πεταχτά και σηκώνεται πάνω τραβώντας με από το χέρι.
[...]
Έχουμε έρθει σε ένα μέρος με κάτι παιδιά από την παρέα του. Είναι και κάποια άλλα παιδιά που δεν τα έχω γνωρίσει.
Βασικά φαίνεται ότι έχει πολλούς γνωστούς.
"Ψιτ, ωραίο γκομενακι ρε Αλεξ. Πρώτο πράγμα" λεει ένας ενώ πίνει μια μπύρα και τον κοιτάω περίεργα.
Έτσι μιλάει αυτός;
"Δεν είναι γκόμενα Γιάννη, η κοπέλα μου είναι" δηλώνει ελαφρώς ενοχλημένος και με σφίγγει στην αγκαλιά του.
"Καλα καλά ό,τι πεις" το ύφος του είναι κάπως ειρωνικό όμως δεν με ενδιαφέρει.
Δεν δίνω καν σημασία.
"Άγγελε, η Ζωή δεν θα έρθει;" τον ρωτάω για να αλλάξω θέμα και να χαλαρώσει λίγο ο Αλεξ.
"Δίνει αύριο ένα μάθημα γιαυτό, έκατσε σπίτι να διαβάσει."
Το κινητό μου χτυπάει και το βγάζω από την τσέπη μου. Ένας αριθμός αναγράφεται στην οθόνη, δεν τον έχω αποθηκευμένο αλλά και πάλι, κάτι μου θυμίζει.
"Έλα λεπτό, πάω να μιλήσω" δίνω ένα φιλί στο μάγουλο του Αλεξ και απομακρυνομαι.
"Παρακαλώ;"ρωτάω μόλις απαντάω την κλήση.
"Εύα...Ευα" αυτή η φωνή.
Κοκκαλωνω στην θέση μου.
Δεν μπορεί.
Όχι τώρα.
"Γιώργο;" ρωτάω άφωνη και γυρίζω ελάχιστα το κεφάλι για να δω τον Αλεξ. Ευτυχώς μιλάει με τα παιδιά.
"Τι κάνεις;"
"Γιώργο γιατί μου τηλεφώνησες;" σιωπή εξαπλώνεται.
"Ήθελα να σε ακούσω λίγο. Μου λείπεις" η φωνή του ακούγεται μεθυσμένη.
Είναι μεθυσμένος.
"Είσαι μεθυσμένος" του λέω χαμηλόφωνα για να μην με ακούσουν τα παιδιά.
"Είμαι μια χαρά" προσπαθεί να πει αλλά με μεγάλη δυσκολία.
"Γιώργο σε παρακαλώ μην με ξαναενοχλήσεις" πάω να το τερματίσω την κλήση όμως η φωνή του με σταματάει.
"Είναι...είναι καλύτερος από εμένα;"
Συνοφρυώνομαι.
"Ποιος;"
"Το καινούργιο σου αγόρι"
Ξεφυσαω και τρίβω το μέτωπο μου.
"Αύριο δεν θα θυμάσαι τίποτα Γιώργο. Αντίο"
Κλείνω γρήγορα το τηλέφωνο και το βάζω στην τσέπη μου. Στολιζω το πρόσωπο μου με ένα ψεύτικο χαμόγελο ενώ προχωράω πάλι πίσω.
Κάθομαι δίπλα στο αγόρι μου αλλά η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Δεν θα του πω ότι με πήρε ο Γιώργος. Βασικά δεν ξέρει καν ότι είναι ο πρώην μου όμως και πάλι θα θυμώσει.
"Αλεξ μου τι κάνεις;" μια τσιριχτη φωνή ακούστηκε αλλά εγώ πιο πολύ επικεντρωθηκα στην λέξη μου.
"Το παιδί είναι πιασμένο Νικόλ, δεν έχεις ελπίδες" της λέει το αγόρι που μίλησε πριν και με έδειξε.
Εκείνη με κοίταξε κάπως υποτιμητικά αλλά στην συνέχεια ήρθε προς το μέρος του Αλεξ τον φίλησε σταυρωτά και απομακρυνθηκε.
"Μπορούσες και καλύτερα" του λέει ειρωνικά κοιτάζοντας με περίεργα.
Κρατάτε με θα την δείρω!
"Κράτα με θα την ξεμαλλιασω" του ψιθυρίζω στο αυτί του.
"Μην δίνεις σημασία" λεει χαμηλόφωνα καθώς αφήνει ένα φιλί στο μάγουλο μου.
-oliaaaa
YOU ARE READING
Too Much Trouble
Teen Fiction" ΕΊΠΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΓΑΜΩΤΟ! ΓΙΑΤΊ ΔΕΝ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ ΜΈΣΑ;ΓΙΑΤΊ ΜΕΝΕΙΣ;" φώναξε μέσα στο πρόσωπο μου και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν θα φύγω. Δεν θα φύγω αν δεν εξαφανίσω τους δαίμονες που τον περιτριγυριζουν. "Εγ...εγ" ένας λυγμός ξέφυγε από το...
