[...]
Έχουμε έρθει με τα παιδιά εδώ και μισή ώρα περίπου σε μια καφετέρια στην παραλιακή.
Έχει έρθει και η Ζωή αλλά μόνη της. Ευτυχώς δηλαδή.
"Το μπισκοτάκι σου θα το φας;" ρωτάω τον Δημήτρη ο οποίος κάθεται δίπλα μου. Αναφέρομαι στο μπισκοτάκια που μας έφεραν μαζί με τους καφέδες με το δικό μου να βρίσκεται ήδη στο στομάχι μου.
"Όλο δικό σου" μου λέει και αφού βγάζει το περιτύλιγμα, μου το δίνει. Με το που πάω να το βάλω στο στόμα μου κοιτάω προς την πόρτα και βλέπω εκείνον που ευχόμουν να μην είχα δει.
Γαμώτο.
Ξεροκαταπινω καθώς τους παρακαλουθω να κατευθύνονται προς το μέρος μας.
"Αγάπη μου" ο Άγγελος φιλάει την Ζωή και την αγκαλιάζει.
Παρατηρώ τον Αλεξ ο οποίος έχει σχηματίσει μπουνιές με τα χέρια του και η δύναμη που τους ασκεί φαίνεται να είναι μεγάλη καθώς έχουν ασπρίσει.
Με κοιτάει στα μάτια με ένα απροσδιόριστο βλέμμα.
Αφού με χαιρέτησαν και οι άλλοι δύο, προχώρησαν και οι τρεις σε ένα γωνιακό τραπέζι λίγο πιο πίσω μας.
Ωραία εγώ τώρα γιατί νιώθω λες και έχουν καρφωθεί τα μάτια τους πάνω μου;
"Έχεις κάτι με αυτόν τον τύπο που δεν μιλάει; Γιατί σε κοιτάει κάπως περίεργα" με ρωτάει ψιθυρίζοντας ο Δημήτρης και σηκώνω ελάχιστα το κεφάλι μου.
Αντε να σου εξηγήσω και εσένα τώρα!
"Είναι ο πρώην μου...Απλά..απλά είναι λίγο περίεργα τα πράγματα. Μεγάλη ιστορία, που να σου εξηγώ τώρα" του εξηγώ γρήγορα με λίγα λόγια γιατί δεν θέλω να το συζητήσω παραπάνω.
"Θες να τον κάνουμε να ζηλέψει;" με ρωτάει και συνοφρυώνομαι. Τι εννοεί;
Πλευρά Αλεξ.
Τους βλέπω που ειναι κοντά. Παρά πολύ κοντά.
Χτυπάω με ρυθμό το πόδι μου στο πάτωμα. Σφίγγω την μπουνιά μου. Άμα τον πλακώσω εγώ θα φταίω;
Αυτός της κολλούσε και στο μπαρ. Τελικά έκανα μεγάλο λάθος που είπα να βρει κάποιον να την κάνει ευτυχισμένη. Κανέναν να μην βρει, μαζί μου να είναι.
"Δες μαλάκα, δες πως της κολλάει" σιγοφωνάζω στα αγόρια και εκείνοι γελάνε.
Ο άλλος ο παπάρας την πλησιάζει περισσότερο. Κάτι της ψιθυρίζει και την φιλάει στο μάγουλο. Εκείνη λίγο αργότερα τυλίγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον αγκαλιάζει.
ΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ;
Ξέρει ότι είμαι εδώ γαμώτο, γιατί το κάνει αυτό;
Αλλά δεν στα είπανε καλά Ευάκι.
Τον παπάρα εσύ; Την Νίνα εγώ.
Καλά που την βρήκε; Εγώ είμαι πολύ καλύτερος από αυτόν.
"Ρε ηρέμησε λίγο! Η κοπέλα είναι ελεύθερη να κάνει ότι θέλει" μου λέει ο Άρης και ο Άγγελος συμφωνεί.
Το βλέμμα της όση ώρα ήμουν εκεί όταν ήρθαμε σχεδόν με απέφευγε.
Σαν...σαν να με ντρεπόταν, σαν να μην ήθελε να με κοιτάξει.
Γιατί ρε μωρό μου; Γιατί;
Τελικά δεν θέλω να είναι με κανέναν άλλον. Μαζί μου θέλω να είναι, γίνεται;
Ο σαμιαμίδι της λέει διαφορά και εκείνη χαμογελάει.
Γαμώ.
Πλευρά Εύας.
Η ώρα είναι περίπου 1 το βράδυ και πριν λίγο γυρίσαμε από το σπιτι του Σταύρου. Έκανα ένα γρήγορο μπάνιο και ξάπλωσα στον καναπέ για να δω λίγο τηλεόραση.
Το πατρικό μου σπίτι παραείναι μεγάλο για ένα άτομο. Ίσως έπρεπε να είχα συζητήσει με τους γονείς μου για μια γκαρσονιέρα.
Το κουδούνι χτυπάει και γυρίζω παραξενεμενη το κεφάλι μου προς την πόρτα. Ποιος είναι τέτοια ώρα;
Συνωφρυώνομαι.
Πλησιάζω την πόρτα και κοιτάω από το ματάκι. Ο Αλεξ; Τι κάνει εδώ;
Την ανοίγω σιγά σιγά και το μόνο πράγμα που μπορώ να διακρίνω μέσα στο σκοτάδι είναι τα μάτια του που γυαλίζουν.
"Εύα..."λέει χαμηλόφωνα και η μυρωδιά από το αλκοόλ τρυπαει τα ρουθούνια μου.
Είναι μεθυσμένος.
"Αλεξ τι θες εδώ;" ίσως ο τόνος μου γίνεται αυστηρός απέναντι του αλλά θέλω να τον ξεπεράσω.
Με ελάχιστη δύναμη τον σπρώχνω μέσα στο σπίτι και εκείνος στηρίζεται αρχικά στον τοίχο και αργότερα παραπατωντας κατευθύνεται προς τον καναπέ.
"Γιατί με αποφεύγεις ρε μωρό μου; Γιατί; Τι σου έκανα; " παραπονιέται ζαλισμένος ενώ μερικά δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του.
Μετά από πολύ προσπάθεια, καταφέρνει να κάτσει στον καναπέ μόνος του.
Νιώθω τα μάτια μου να υγραίνουν.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα και κλείνω την πόρτα μα όταν γυρνάω για να τον κοιτάξω ξανά, κοιμάται.
Ξεφυσαω.
Προχωράω προς το μέρος του και περνώ την κουβέρτα που σκεπαζομουν εγώ προηγουμένως και την τοποθετώ πάνω του.
"Μείνε" μουρμουριζει και πιάνει το χέρι μου την ώρα που πάω να φύγω. "Μην φύγεις σε παρακαλώ. Όχι πάλι"
-oliaaaa
YOU ARE READING
Too Much Trouble
Teen Fiction" ΕΊΠΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΓΑΜΩΤΟ! ΓΙΑΤΊ ΔΕΝ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ ΜΈΣΑ;ΓΙΑΤΊ ΜΕΝΕΙΣ;" φώναξε μέσα στο πρόσωπο μου και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν θα φύγω. Δεν θα φύγω αν δεν εξαφανίσω τους δαίμονες που τον περιτριγυριζουν. "Εγ...εγ" ένας λυγμός ξέφυγε από το...
