"Αλεξ, τι γίνεται με τα χρήματα; Τα έδωσες;" τον ρωτάω καθώς η περιέργεια με τρώει.
"Τα έδωσα" λέει γρήγορα αλλά δεν τον πολύ πιστεύω.
Το χέρι του σφίγγει το κουτάλι και οι φλέβες του πετάγονται. Κουνάει ρυθμικά το πόδι του στο πάτωμα.
"Το πόδι σου είναι καλύτερα;"με ρωτάει χαμηλόφωνα αποφεύγοντας να με κοιτάξει.
"Ναι δεν νιώθω πόνο. Σαν να μην έγινε ποτέ" του απαντάω και σηκώνομαι πάνω. "Θα με πας σπίτι;" παίρνει τα κλειδιά από τον πάγκο και προχωράει προς την πόρτα.
Τον ακολουθώ σιωπηλά.
Μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο.
Ό,τι και να κάνω γαμωτο,ό,τι και να γίνει πάντα βρίσκεται μπροστά μου.
Βρίσκεται στον δρόμο μου.
[...]
"Πλάκα μου κάνεις;! "λέει άφωνη η Αλεξία από ότι της διηγήθηκα.
"Κορίτσια είναι τόσο μπερδεμένο! Θέλω να γυρίσω Αθήνα. Εκεί όλα ήταν πιο εύκολα." τους λέω κουρασμένη και ξεφυσαω.
"Θα έρθουμε όσο πιο σύντομα μπορούμε ρε! Μην αγχώνεσαι. Μόλις έρθουμε θα παμε να πλακωσουμε στα μπουνιδια τον Αλεξ" λέει με πυγμή η Χριστίνα.
Γελάω.
"Ναι ναι θα το κάνουμε και αυτο"της λέω γελώντας.
Μακάρι τα πράγματα να πήγαιναν κάπως αλλιώς.
Ίσως και να μην τον γνώριζα ποτέ.
Αλλά και να τον γνώριζα τουλάχιστον να υπήρχαν αυτές οι εξελίξεις.
Αγκχμ, μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω.
Μιλήσαμε λίγο ακόμα με τα κορίτσια αλλά κλείσαμε την βιντεοκλιση διοτι μου τελείωσε η μπαταρία.
Έβαλα το κινητό μου να φορτίζει και κατέβηκα κάτω.Πηγαίνω στο σαλόνι και αντικρίζω τον μπαμπά μου να κάθετε στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση.
"Μπαμπακουλη μου" τον αγκαλιάζω. Εκείνος γελάει και με φιλάει στο μάγουλο.
"Τι κάνει η κορούλα μου;"
"Πεινάει" διαμαρτυρομαι ενώ η κοιλιά μου γουργουρίζει.
"Η μαμά θα αργήσει να γυρίσει, οπότε πίτσα ή σουβλάκια;" με ρωτάει χαρούμενος.
Τον κοιτάω.
"Σουβλάκια φυσικά" απαντάω και πηγαίνω προς το συρτάρι με τα φυλλάδια.
[...]
" Στέφανε, περίμενε 2 λεπτά, πλένω τα χέρια μου και έρχομαι" του λέω και ανοίγω την πόρτα από τις γυναικιες τουαλέτες.
Βέβαια εκεί με περίμενε μια έκπληξη.
"Συ...συγνώμη"
Ο Αλεξ είχε κολλήσει μια στον τοίχο και την φιλούσε. Τώρα κατάλαβα γιατί έρχεται κάθε τρεις και λίγο στο σχολείο.
Έχει δουλειές.
Να σημειωθεί η ειρωνεία.
Κλείνω γρήγορα την πόρτα και προχωράω προς το μέρος του Στεφάνου.
Με κοιτάζει περίεργα.
" Θα πάω μετά, ήταν γεμάτες" προσπαθώ να δικαιολογηθω μετά από αυτό που είδα.
"ΕΎΑ!" ακούω την φωνή του και σταματάω απότομα.
"Εγω να φεύγω" λέει ο Στέφανος και τον κοιτάω με μίσος.
Ναι φύγε.
Φύγε και άσε με μόνη με αυτόν.
"Τι θες;" τον ρωτάω. Εκείνος στέκεται μπροστά μου. "Έχω δουλειά, πρέπει να φύγω" συνέχισα αλλά το χέρι του τυλίχθηκε με δύναμη γύρω από τον καρπό μου.
Αουτς.
"Με πονάς άσε με!" έτριξα και η όραση μου άρχισε να θολώνει.
"Δεν...δεν το ήθελα" λέει μετανιωμένος και με αφήνει. "Αυτό που είδες εκεί μέσα ήταν μια τεράστια παρεξ-"τον διακόπτω.
"Κοίτα Αλεξ, δεν είμαστε κάτι για να μου εξηγείς. Κανείς ότι θες όπως και εγώ κάνω ότι θέλω. Δικαίωμα σου"
Δεν το εννοώ αυτό που λέω.
Γιατί εκείνη την ώρα που τους είδα μέσα, η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια.
Αλλά και πάλι, δεν είμαστε κάτι για να μου δικαιολογηθει.
"Δεν θέλω να κάνεις τίποτα και με κανέναν! Μ'ακους;Με κανέναν"λέει θυμωμένος καθώς τα μάτια του πετάνε σπίθες.
"Μα γιατί; ΕΣΥ δεν είπες ότι απλά περνάμε καλά και δεν έχουμε τίποτα παραπάνω;Γιατί σε ενδιαφέρει με ποιον θα κάνω κάτι παραπάνω; " τον ρωτάω ενώ του κουνάω επιτακτικά το δάχτυλο.
Εκεινος ξεροκαταπινει.
Δεν ξέρεις τι να πεις Αλεξ;
"Γαμα το τότε!" φωνάζει ύστερα από λίγο και γίνεται καπνός.
Τι στο καλό έπαθε;
-oliaaaa
YOU ARE READING
Too Much Trouble
Teen Fiction" ΕΊΠΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΓΑΜΩΤΟ! ΓΙΑΤΊ ΔΕΝ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ ΜΈΣΑ;ΓΙΑΤΊ ΜΕΝΕΙΣ;" φώναξε μέσα στο πρόσωπο μου και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν θα φύγω. Δεν θα φύγω αν δεν εξαφανίσω τους δαίμονες που τον περιτριγυριζουν. "Εγ...εγ" ένας λυγμός ξέφυγε από το...
