Αναμνήσεις ~ 36

97 19 9
                                        



Εισβάλαμε στο εργοστάσιο πιάνοντας τους κυριολεκτικά στον ύπνο. Το μαχαίρι μου ήταν στο χέρι μου σε μέγιστη ετοιμότητα.
Τριάντα εφτά παραπλανημένες ψυχές ήταν ξαπλωμένες στα κρεβάτια του κάτω ορόφου και σηκωνόντουσαν αρπάζοντας τα όπλα τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Ακόμα 32 ήταν στο δωμάτιο από πάνω.
Την Κασσάνδρα και την Κασσιόπη δεν μπορούσα να τις διακρίνω ανάμεσα τους παρόλο που μου είχαν τονίσει οι υψηλά ιστάμενοι ότι θα τις συναντούσαμε σίγουρα.

Ο Ορέστης ξεγύμνωσε τις λεπίδες του και αυτές άρχισαν να ουρλιάζουν μυρίζοντας αίμα

Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν και το σύνθημα δόθηκε

Το μαχαίρι μου άρχισε να βρίσκει στόχους
Βαφόταν με αίμα συνεχώς

Ο Ορέστης δίπλα μου γελούσε ως συνήθως. Η δίψα του για θάνατο τον έκανε να απολαμβάνει αυτό το κομμάτι της δουλειά όπου ήταν και το μοναδικό σημείο που ευχαριστιόταν σε αυτήν.

Οι άνθρωποι μπροστά μας έδειχναν κουρασμένοι
Πυροβολούσαν από αγανάκτηση
Αγανάκτηση που είχε προκληθεί από λέξεις που είχαν ξεστομίσει φίδια σαν την Κασσάνδρα και το σινάφι της. Δεν καταλάβαιναν την ηρεμία που προσπαθούσε να φέρει η αυτοκρατορία στο χάος... Άνθρωποι πέθαιναν προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια ουτοπία. Έναν κόσμο που θα βάδιζε σε θεμέλια από άμμο και σκόνη...

Τους λυπόμουν

Ο θάνατος ερχόταν σαν λύτρωση στην μίζερη ζωή τους

Ο Ορέστης με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει τι σκεφτόμουν και επιβράδυνα

Του χαμογέλασα και συγκέντρωσα περισσότερη ενέργεια στο σώμα μου αντλώντας την από τα κακόμοιρα τα ζόμπι γύρω μου. Φωνές και σφαίρες γύριζαν παντού γύρω μας.

Η πλάτη μου ακούμπησε με αυτή του Ορέστη
Ανατριχίλα διαπέρασε όλο το κορμί μου
Κατέβασα το ελεύθερο χέρι μου και ακούμπησα το μαύρο μέταλλο της αλυσίδας που γύριζε γύρω από το δέρμα του και με ένα άηχο σύνθημα ξεκινήσαμε την ολοκληρωτική σάρωση του κάτω ορόφου!   Δευτερόλεπτα μετά άδεια κελύφη ψυχών έπεφταν στο έδαφος.  Τα σπαθιά του Ορέστη ούρλιαζαν δυνατότερα από ποτέ απόλυτα ευχαριστημένα με το αποτέλεσμα.   Η ευαισθησία της όρασής μου είχε αυξηθεί.  Κινιόμουν με την μέγιστη ταχύτητα που μπορούσα να πιάσω.  Το μαχαίρι μου έβρισκε σαστισμένους στόχους.    Η τεράστια αίθουσα άδειασε.   Όλες οι ανθρώπινες παραπλανημένες ψυχές είχαν βρει την ηρεμία που αναζητούσαν... στον άλλο κόσμο

Ο Ορέστης πήγε στην αρχή της μίας σκάλας και εγώ στην ακριβώς απέναντι.  

Ήμασταν έτοιμοι να ανέβουμε πάνω όταν όλα τα φώτα έσβησαν 

Ένα πολύ καλά κρυμμένο κρατικό μυστικό είχε αποκαλυφθεί και πέσει στα χέρια των επαναστατών. 

Αναμνήσεις από κάποιον προβαλλόντουσαν μπροστά στα μάτια μας και εγώ είχα μείνει να παρακολουθώ μια αυτές και μια τις αντιδράσεις του Ορέστη με ανοιχτό το στόμα

Οδεύοντας προς την τρίτη Ιουνίου [Ολοκληρωμένο]Kde žijí příběhy. Začni objevovat