Κεφάλαιο 38

66 15 28
                                        



                          Ιππομένης              

Η Ανδρομέδα άνοιξε τα μάτια της απότομα
Τα μάτια πρόδιδαν έξαψη
Στο σώμα της εμφανίστηκαν νερά
Τα ρούχα της άρχισαν να γίνονται μούσκεμα

«Τι έγινε εκεί μέσα;» Ρώτησε με αγωνία η Αταλάντη βοηθώντας την να σηκωθεί όρθια

«Είδα κάτι, όμως δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω» είπε η Ανδρομέδα τρέμοντας

«Ο Ορέστης;» ρώτησα εγώ τώρα

«Πρέπει να είδα και αυτόν... Ίδια φωνή αλλά παρουσίασε τον εαυτό του με διαφορετική φυσική υπόσταση»

«Τον Περσέα;» άκουσα την Αταλάντη και ένα κακό συναίσθημα αναδύθηκε

«Περσέα;»

«Σε ακούσαμε να ουρλιάζεις και αυτός όρμησε αμέσως στο δωμάτιο... Την επόμενη στιγμή ήταν ξαπλωμένος χαμένος δίπλα σου» και η Ανδρομέδα γύρισε αμέσως το κεφάλι της τρομοκρατημένη προς το κρεβάτι. Ένα σώμα ήταν ξαπλωμένο στο έδαφος που προφανώς δεν είχε προσέξει πριν. Έφυγε από τα χέρια της Αταλάντης και έτρεξε δίπλα του. Γονάτισε δίπλα του και ακουμπώντας τον με τα χέρια της έκλεισε τα μάτια της.

Ο Περσέας ξύπνησε. Αμέσως μετά συνήλθε και αυτή με μια ανάσα ανακούφισης να βγαίνει από μέσα της. «Είσαι καλά;» ρώτησε αμέσως αυτός απευθυνόμενος όλοι ξέραμε που

«Εγώ μια χαρά...» φώναξε η Ανδρομέδα «...Εσύ τι στο καλό σκεφτόσουν!»

«Σε άκουσα να υποφέρεις και δεν ήξερα τι άλλο να κάνω...»

«Μπορούσες να πεθάνεις εκεί μέσα!»

«Βούτηξα όπως με είχες διδάξει και σε είδα να πνίγεσαι! Προσπάθησα να σε βοηθήσω και εξαφανίστηκες...»

«Το δικό σου χέρι ήταν!»

«Ναι»

«και όταν με έχασες γιατί δεν αποσυνδέθηκες;»

«Δύο φίδια εμφανίστηκαν από το πουθενά. Τυλίχτηκαν στα χέρια μου και με τράβηξαν προς τα κάτω. Δεν με άφηναν να βγω... Με πήγαν μπροστά σε ένα πλάσμα.
Με κάποιο τρόπο αμέσως μετά το σώμα μου συνήθισε το νερό και άρχισα να αναπνέω...
Τα διαπεραστικά μάτια του πλάσματος ένιωθα πως ήταν γνωστά!
Αυτό το βλέμμα κάπου το είχα ξαναδεί!
Το νερό κύλισε και έφυγε
Είδα την πυραμίδα ψηλά στον ουρανό
Η Γη έξω από το νερό ήταν διαφορετική
Πιο πράσινη!
Είχε δέντρα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή μου
Και ο ήλιος...
Ο ήλιος ήταν ολόκληρος!
Το νερό άρχισε να έρχεται ξανά
Σαν ποτάμι ήρεμο στην αρχή
Μόνο που δεν ήταν νερό
Ήταν ποιο σκούρο
Πιο πηχτό
Έμοιαζε με αίμα συνειδητοποιούσα!
Περνούσε βάφοντας το σώμα μου και έφευγε συνεχίζοντας την πορεία του
- Αυτό είναι το αίμα που έχει χύσει ο κόσμος σου από την ώρα που ξύπνησαν οι δίδυμοι...  είπε με τρομακτική φωνή το πλάσμα απέναντι μου και το πορφυρό υγρό έγινε πιο παχύρρευστο. Έφτασε ως το στήθος μου. Κινούσα τις άκρες των δαχτύλων μου και άφηναν λευκά κενά πίσω τους. Κενά που καλυπτόντουσαν από το κόκκινο χρώμα αμέσως μετά...
Η αίσθηση ήταν περίεργη και κράτησε λίγο
Το ποτάμι έγινε ορμητικό
Σαν χείμαρρος
Το παράξενο πλάσμα κρατούσε το χέρι μου βοηθώντας με να μην παρασυρθώ και με τράβηξε στην ακτή.
Το χέρι του ήταν τυλιγμένο με μια κόκκινη αύρα και κρατούσε ακόμα το δικό μου
Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος
Το χώμα κάτω υγρό και παγωμένο
Η Γη άρχισε να τραντάζετε
Το έδαφος κουνιόταν
Μικροί σεισμοί κάθε 4 δευτερόλεπτα!
- Έρχονται!  Φώναξε
-Τι έρχεται; Ρώτησα
- Η Κόλαση άδειασε και τα τέρατα της ήρθαν στον δικό σας κόσμο!  Είπε με έμφαση και ένα γιγάντιο πόδι προσγειώθηκε ακριβώς δίπλα μας! Το πλάσμα με έσπρωξε ξανά στο ποτάμι μη αφήνοντας να δω τι ήταν αυτό και η φωνή της Ανδρομέδας με επανέφερε στην πραγματικότητα...» τελείωσε τον μονόλογο και κοίταξε τα πόδια του
Ακολουθήσαμε το βλέμμα του
Μια λίμνη αίματος είχε σχηματιστεί πάνω στα παλιά χιλιοχτυπημένα λευκά πλακάκια

Οδεύοντας προς την τρίτη Ιουνίου [Ολοκληρωμένο]Onde histórias criam vida. Descubra agora