Κεφάλαιο 37

91 16 30
                                        


                                                   Ανδρομέδα             

   Η Κασσάνδρα ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η αύρα της είχε αρχίσει να μαυρίζει. Με είχαν αφήσει μόνη μου μαζί της. Χρειαζόμουν ησυχία... Δεν είχα χρόνο για αντιπερισπασμούς
   Η Κασσάνδρα ήταν άσχημα... Πολύ άσχημα
Ακροβατούσε μεταξύ του κενού και των ονείρων
  Της έπιασα το χέρι και βούτηξα μέσα της σχηματίζοντας ολόκληρο τον εαυτό μου εκεί σαν σημείο αναφοράς. Ο εσωτερικός της κόσμος ήταν μαύρος όπως ήταν και σε όλους μας μόνο που εδώ είχε ραγίσματα! Πορφυρά ραγίσματα στο σκοτάδι... Έντονες κόκκινες γραμμές σαν αρτηρίες... Βαθύ κόκκινο και λευκό διακεκομμένα σε συνεχής κίνηση
   Άπλωσα τον εαυτό μου και ακούμπησα το πιο κοντινό ράγισμα. Λειτουργούσα από ένστικτο σε αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία. Ένιωσα τον πόνο της βαθειά μέσα στην ψυχή μου. Τον απορροφούσα. Οι γραμμές άρχισαν να σβήνουν! Πονούσα... Πονούσα αφόρητα! Απορροφούσα τον πόνο της για ώρα σε έναν κόσμο που ο χρόνος δεν είχε κανένα απολύτως νόημα. Το μαύρο επανερχόταν. Το σώμα που είχα δημιουργήσει από την άλλη γέμιζε ραγίσματα. Πορφυρά και έντονα. Αίμα ανέβλυζε από το γυμνό μου δέρμα. Έσπασα σε κομμάτια ουρλιάζοντας και τα μάτια μου άνοιξαν βλέποντας σκιές μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο...

Προσπαθούσα να βρω τις ανάσες μου

Το σώμα μου άρχισε να χαλαρώνει

Ο πόνος παρέμενε

Φασαρία ακούστηκε από έξω

Ο Περσέας όρμησε μέσα με τα μάτια του να προδίδουν σύγχυση

Κοίταξε εμένα, μετά την ξαπλωμένη αναίσθητη ακόμα Κασσάνδρα και μετά πάλι εμένα με απορία

Χαμογέλασα συγκαταβατικά με τρόπο που έδειχνε ότι ήταν όλα καλά και άφησε την αναπνοή του να κυλήσει προς τα έξω ήρεμα

«Μπορείς να το κάνεις άλλη μια φορά;» ρώτησε μετά από λίγο

«Ποιος είναι;» ρώτησα εγώ τρέμοντας

«Ο Ορέστης... Με ψυχολογικό σοκ. Θα είναι δύσκολο Ανδρομέδα, καλύτερα να το αφήσουμε για το βράδυ ώστε να βρεις πάλι τις δυνάμεις σου»

«Πρέπει να το κάνω τώρα! Φέρτε τον μέσα!» φώναξα και σηκώθηκα όρθια. Η σύγχυση επανήλθε στο άλλο μου μισό

Ο Ιππομένης με την Αταλάντη τον ξάπλωσαν στο μεγάλο κρεβάτι, δίπλα από την Κασσάνδρα που θα αργούσε ακόμα να συνέλθει

«Τα σπαθιά του που είναι;» ρώτησα απορημένη

«Έψαξα όλη την αρένα... Δεν τα βρήκα πουθενά» είπε ο Ιππομένης την ώρα που αποχωρούσαν

«Παράξενο» μονολόγησα καθώς ο Περσέας είχε μείνει στην μισάνοιχτη πόρτα και με κοιτούσε. Στα μάτια του έβλεπα φόβο αυτή την φορά... Τον έσπρωξα απαλά έξω και βάρεσα δυνατά την πόρτα με δύναμη πίσω του. Γνώριζα ότι αυτό που θα έκανα ήταν δύσκολο και δεν χρειαζόμουν περισσότερα βάρη πάνω μου

   Γονάτισα δίπλα από τον Ορέστη και έπιασα το χέρι του όπως είχα κάνει και πριν στην Κασσάνδρα. Το σώμα του ήταν παγωμένο. Ανάπνεε με δυσκολία. Αχνή ανάσα έβγαινε από μέσα του. Το πρόσωπο του έδειχνε γαλήνιο... Υπερβολικά γαλήνιο... Σαν άδειο
   Αφέθηκα και διείσδυσα μέσα του. Το σώμα μου δημιουργήθηκε αυτόματα στον κόσμο του. Έπεφτα! Ο εσωτερικός του κόσμος κατέρρεε σε ένα τεράστιο γκρεμό! Αντικείμενα, αναμνήσεις, εικόνες κατέρρεαν μαζί μου! Ήταν τρομακτικό! Πολύ τρομακτικό! Η βαρύτητα μας τράβαγε προς τα κάτω με ταχύτητα που συνεχώς αυξανόταν και το μυαλό μου φώναζε ότι παγιδευόμουν εκεί μέσα! Χρώματα κυλούσαν γύρω μου... Χρώματα σε ελεύθερη πτώση Κατακόρυφη πτώση! Τα χέρια μου προσπαθούσαν να γαντζωθούν από κάπου,από κάτι, μάταια και συνέχιζα να πέφτω! Ούρλιαζα!
Ουρλιαχτό σε ελεύθερη πτώση...

Το σώμα μου άρχισε να ζεσταίνετε
Οι εικόνες γύρω μου άρχισαν να λιώνουν
Μετατρεπόντουσαν σε γραμμές
Λεπτές αλλοιωμένες γραμμές σε μαύρο φόντο κάτω από τα πόδια μου και ξαφνικά βρέθηκα σε νερό!
Βυθιζόμασταν...
Κάτι έπιασε το χέρι μου!
Η Βαρύτητα το παρέσερνε μαζί μου...
Ο αέρας μέσα μου εξαντλούταν!
Βυθιζόμασταν...
Εγώ και αυτό που κρατούσε το χέρι μου!
Πνιγόμουν μέσα στο άπλετο γαλάζιο...
Πνιγόταν και αυτό το απροσδιόριστο που προσπαθούσε να με σώσει!
Ένα μικρό περίεργο λαμπερό πέτρωμα που χωρούσε μέσα στην παλάμη του χεριού μου εμφανίστηκε μπροστά μου κάτω από τα πόδια μου. Το έπιασα με το ελεύθερο χέρι μου και το έφερα μπροστά στα μάτια μου. Φως! Εκτυφλωτικό φως! Ζεστό φως με διαπέρασε και το νερό απλά εξαφανίστηκε... Μαζί με την καταραμένη βαρύτητα... Μαζί και όλες οι γραμμές-εικόνες... Βρισκόμουν μετέωρη στο απόλυτο κενό. Άχρωμο, μαύρο κενό και κανένα χέρι δεν προσπαθούσε να με σώσει τώρα. Αντίθετα στο δικό μου χέρι κρατούσα ακόμα την παράξενη πέτρα. Το φως διαπέρασε το σώμα μου! Επεκτάθηκε παντού! Σήκωσα το χέρι μου ψηλά και αυτό εξαϋλώθηκε! Δεν ένιωσα το παραμικρό ίχνος της κενότητας στο σημείο του σώματος που πια δεν διέθετα. Ούτε πόνο. Αντίθετα με κατέβαλε ένα συναίσθημα αγαλλίασης.
Η πέτρα έφυγε ψιλά και έσπασε το σκοτάδι
-Με αυτόν τον τρόπο θα σώσεις τον κόσμο, είπε μια άγνωστη φιγούρα με την γνώριμη φωνή του Ορέστη που εμφανίστηκε ξαφνικά απέναντι μου και αμέσως εκτοπίστηκα με βίαιο τρόπο πίσω στο πραγματικό μου σώμα

Οδεύοντας προς την τρίτη Ιουνίου [Ολοκληρωμένο]Where stories live. Discover now